dumpy
dum
ˈdəm
νταμ
py
pi
πι
/dˈʌmpi/

Ορισμός και σημασία του "dumpy"στα αγγλικά

01

χοντροκαμωμένος, παχουλός

having a short, plump, and unattractive figure
dumpy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
dumpiest
συγκριτικός βαθμός
dumpier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dumpy dog waddled happily beside its owner, tail wagging.
Ο χοντροκαμωμένος σκύλος περπατούσε ευτυχισμένα δίπλα στον ιδιοκτήτη του, κουνώντας την ουρά του.
02

που μοιάζει με χωματερή, που θυμίζει χωματερή

resembling a garbage dump
03

χοντροκαμωμένος, παχύς και κοντός

short and thick; as e.g. having short legs and heavy musculature

Λεξικό Δέντρο

dumpiness
dumpy
dump
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store