to dummy up
Pronunciation
/dˈʌmi ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "dummy up"στα αγγλικά

to dummy up
01

σιωπώ, κλείνω το στόμα μου

to refuse to speak or to stop talking, especially when pressured or asked questions
to dummy up definition and meaning
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
dummy
ενεστώτας
dummy up
γ΄ ενικό πρόσωπο
dummies up
ενεστώτα μετοχή
dummying up
απλός αόριστος
dummied up
παθητική μετοχή
dummied up
Παραδείγματα
I tried to get him to explain, but he just dummied up.
Προσπάθησα να τον κάνω να εξηγήσει, αλλά απλώς έκλεισε το στόμα του.
02

φτιάχνω ένα ομοίωμα, δημιουργώ ένα αντίγραφο

make a dummy of
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store