Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dummy up
01
σιωπώ, κλείνω το στόμα μου
to refuse to speak or to stop talking, especially when pressured or asked questions
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
dummy
ενεστώτας
dummy up
γ΄ ενικό πρόσωπο
dummies up
ενεστώτα μετοχή
dummying up
απλός αόριστος
dummied up
παθητική μετοχή
dummied up
Παραδείγματα
I tried to get him to explain, but he just dummied up.
Προσπάθησα να τον κάνω να εξηγήσει, αλλά απλώς έκλεισε το στόμα του.
02
φτιάχνω ένα ομοίωμα, δημιουργώ ένα αντίγραφο
make a dummy of



























