Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dry out
[phrase form: dry]
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
dry
ενεστώτας
dry out
γ΄ ενικό πρόσωπο
dries out
ενεστώτα μετοχή
drying out
απλός αόριστος
dried out
παθητική μετοχή
dried out
Παραδείγματα
Wet paint on the walls will slowly dry out, revealing the true color.
Η βρεγμένη μπογιά στους τοίχους θα στεγνώσει σιγά σιγά, αποκαλύπτοντας το πραγματικό χρώμα.
Παραδείγματα
They decided to dry out the soaked carpet after the flooding.
Αποφάσισαν να στεγνώσουν το μουσκεμένο χαλί μετά την πλημμύρα.
03
στεγνώνω, ξεραίνομαι
to become empty of water, often referring to a container or space
Intransitive
Παραδείγματα
After the rain stopped, the puddles in the driveway started to dry out.
Αφού σταμάτησε η βροχή, οι λακκούβες στο δρόμο άρχισαν να στεγνώνουν.
04
αποτοξινώνω, σταματώ το πόσιμο
(of an alcoholic person) to quit drinking alcohol, usually with the help of a treatment program to overcome the addiction
Intransitive
Παραδείγματα
After realizing the impact of his alcoholism on his life, Mark decided to dry out and seek professional help.
Αφού συνειδητοποίησε την επίδραση του αλκοολισμού του στη ζωή του, ο Μαρκ αποφάσισε να αποτοξινωθεί και να ζητήσει επαγγελματική βοήθεια.
05
αποτοξινώνω, αποσυνήθιση από το αλκοόλ
to make someone stop drinking alcohol, particularly for someone with alcoholism
Transitive: to dry out sb
Παραδείγματα
With the guidance of a professional counselor, Susan was dried out and determined to maintain her sobriety.
Με την καθοδήγηση ενός επαγγελματία συμβούλου, η Σούζαν αποτοξινώθηκε και ήταν αποφασισμένη να διατηρήσει την νηφαλιότητά της.



























