to droop
droop
dru:p
droop
scoopsloopdrupetroop

Ορισμός και σημασία του "droop"στα αγγλικά

to droop
01

κρέμομαι, καταρρέω

to bend downward or sag under the influence of gravity or due to lack of support or tension 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
droop
γ΄ ενικό πρόσωπο
droops
ενεστώτα μετοχή
drooping
απλός αόριστος
drooped
παθητική μετοχή
drooped
Παραδείγματα
The heavy curtains began to droop at the edges where they weren't properly supported. 

Οι βαρείς κουρτίνες άρχισαν να κρέμονται στις άκρες όπου δεν ήταν σωστά στηριγμένες.

02

κρεμώμαι, μαραίνομαι

become limp 
03

κρέμομαι, χαλαρώνω

hang loosely or laxly 
04

αποθαρρύνομαι, θλίβομαι

to become low in spirit or feel downhearted 
Παραδείγματα
Her shoulders drooped after the bad news. 

Οι ώμοι της έπεσαν μετά την κακή είδηση.

01

πτώση, κρέμασμα

a shape that sags 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
droops
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store