Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drinking
01
πόσιμο, κατανάλωση ποτών
the process of consuming liquids through one's mouth
Παραδείγματα
The loud music and drinking lasted late into the night.
Η δυνατή μουσική και η κατανάλωση ποτών διήρκεσαν μέχρι αργά τη νύχτα.
02
μέθη, αλκοολισμός
the act of consuming alcoholic beverages, especially in excess
Παραδείγματα
She tried to intervene to stop his drinking.
Προσπάθησε να παρέμβει για να σταματήσει την κατανάλωση αλκοόλ του.
Λεξικό Δέντρο
drinking
drink



























