Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drey
01
φωλιά σκίουρου, καταφύγιο σκίουρου
a squirrel's nest in a tree
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dreys
LanGeek



























