dreaded
drea
ˈdrɛ
dre
ded
dɪd
did
dreamed

Ορισμός και σημασία του "dreaded"στα αγγλικά

01

φοβερός, τρομακτικός

causing great fear, worry, or anxiety 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dreaded
συγκριτικός βαθμός
more dreaded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He finally faced the dreaded exam. 

Τελικά αντιμετώπισε την φοβερή εξέταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store