dreaded
drea
ˈdrɛ
dre
ded
dɪd
did
/dɹˈɛdɪd/

Ορισμός και σημασία του "dreaded"στα αγγλικά

01

φοβερός, τρομακτικός

causing great fear, worry, or anxiety
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dreaded
συγκριτικός βαθμός
more dreaded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The announcement of layoffs was the dreaded news everyone feared.
Η ανακοίνωση των απολύσεων ήταν η φοβερή είδηση που φοβόταν όλοι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store