drawstring
draw
ˈdrɔ:
ντρο
string
strɪng
στρινγκ

Ορισμός και σημασία του "drawstring"στα αγγλικά

01

κορδόνι, σχοινί

a cord or string threaded through a fabric casing, used to tighten or close an opening 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
drawstrings
Παραδείγματα
She pulled the drawstring on her hoodie to keep warm in the cold wind. 

Τράβηξε το κορδόνι στο φούτερ της για να μείνει ζεστή στον κρύο αέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

drawstring

draw

+

string

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store