drawl
drawl
drɔl
ντρολ
/dɹˈɔːl/

Ορισμός και σημασία του "drawl"στα αγγλικά

01

αργή ομιλία, πρότυπη ομιλία με παρατεταμένα φωνήεντα

a slow speech pattern with prolonged vowels
to drawl
01

τραβώ τις λέξεις, μιλώ αργά

to speak slowly and with prolonged vowels, often with a lazy or relaxed manner
Παραδείγματα
At that moment, he was drawling his words with a slow and deliberate pace, creating a relaxed atmosphere.
Εκείνη τη στιγμή, έτραβε τις λέξεις του με ένα αργό και σκόπιμο ρυθμό, δημιουργώντας μια χαλαρή ατμόσφαιρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store