drawl
drawl
drɔ:l
drawl
smallcrawlquollbrawl

Ορισμός και σημασία του "drawl"στα αγγλικά

01

αργή ομιλία, πρότυπη ομιλία με παρατεταμένα φωνήεντα

a slow speech pattern with prolonged vowels 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drawls
to drawl
01

τραβώ τις λέξεις, μιλώ αργά

to speak slowly and with prolonged vowels, often with a lazy or relaxed manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
drawl
γ΄ ενικό πρόσωπο
drawls
ενεστώτα μετοχή
drawling
απλός αόριστος
drawled
παθητική μετοχή
drawled
Παραδείγματα
She often drawls when she's tired, her speech becoming more languid as the day progresses. 

Συχνά τραβάει τις λέξεις όταν είναι κουρασμένη, η ομιλία της γίνεται πιο νωθρή καθώς προχωράει η ημέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store