Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Drape
01
κουρτίνα, κουρτίνα
a type of curtain that is long and thick
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drapes
02
πανί, χειρουργικό πεδίο
a sterile covering arranged over a patient's body during a medical examination or during surgery in order to reduce the possibility of contamination
03
ο τρόπος με τον οποίο το ύφασμα κρέμεται ή πέφτει, η πτώση του υφάσματος
the manner in which fabric hangs or falls
to drape
01
καλύπτω, τοποθετώ καλλιτεχνικά
to arrange or hang something loosely and artistically over a surface or object
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
drape
γ΄ ενικό πρόσωπο
drapes
ενεστώτα μετοχή
draping
απλός αόριστος
draped
παθητική μετοχή
draped
Παραδείγματα
The artist draped a sheet of canvas over the easel before starting the painting.
Ο καλλιτέχνης τάνυσσε ένα φύλλο καμβά πάνω από το καβαλέτο πριν ξεκινήσει τη ζωγραφική.
02
καλύπτω, τοποθετώ αδιάφορα
place casually
03
καλύπτω, ντύνω
cover as if with clothing
04
καλύπτω, ντύνω
cover or dress loosely with cloth
Λεξικό Δέντρο
drapery
drape



























