drape
drape
dreɪp
dreip
drakedrupe

Ορισμός και σημασία του "drape"στα αγγλικά

01

κουρτίνα, κουρτίνα

a type of curtain that is long and thick 
drape definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drapes
02

πανί, χειρουργικό πεδίο

a sterile covering arranged over a patient's body during a medical examination or during surgery in order to reduce the possibility of contamination 
03

ο τρόπος με τον οποίο το ύφασμα κρέμεται ή πέφτει, η πτώση του υφάσματος

the manner in which fabric hangs or falls 
to drape
01

καλύπτω, τοποθετώ καλλιτεχνικά

to arrange or hang something loosely and artistically over a surface or object 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
drape
γ΄ ενικό πρόσωπο
drapes
ενεστώτα μετοχή
draping
απλός αόριστος
draped
παθητική μετοχή
draped
Παραδείγματα
She draped the scarf around her neck in a stylish fashion. 

Εκείνη τύλιξε το κασκόλ γύρω από το λαιμό της με στυλ.

02

καλύπτω, τοποθετώ αδιάφορα

place casually 
03

καλύπτω, ντύνω

cover as if with clothing 
04

καλύπτω, ντύνω

cover or dress loosely with cloth 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store