Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dram
01
δραχμή, νδραμ
1/16 ounce or 1.771 grams
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
drams
02
δραχμή, όγδοο της ουγγιάς
a unit of apothecary weight equal to an eighth of an ounce or to 60 grains
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dramatic
dramatize
dramaturgic
dram



























