dram
Pronunciation
/ˈdiˌɹæm/, /ˈdɹæm/

Ορισμός και σημασία του "dram"στα αγγλικά

01

δραχμή, νδραμ

1/16 ounce or 1.771 grams
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drams
02

δραχμή, όγδοο της ουγγιάς

a unit of apothecary weight equal to an eighth of an ounce or to 60 grains
03

μια μικρή ποσότητα αλκοολούχου ποτού, μια γουλιά αλκοόλ

a small measure of an alcoholic drink
Παραδείγματα
The bartender served a dram of bourbon, perfect for savoring slowly.
Ο μπάρμαν σέρβιρε ένα dram μπουρμπονιού, ιδανικό για αργή απόλαυση.

Λεξικό Δέντρο

dramatic
dramatize
dramaturgic
dram
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store