downpour
down
ˈdaʊn
νταουν
pour
pɔr
πορ
/ˈdaʊnpɔː/

Ορισμός και σημασία του "downpour"στα αγγλικά

01

νερόλακκος, καταρρακτώδης βροχή

a brief heavy rainfall
downpour definition and meaning
Παραδείγματα
The farmers welcomed the downpour after weeks of dry weather, as it provided much-needed water for their crops.
Οι αγρότες υποδέχτηκαν τη νερόβροχη μετά από εβδομάδες ξηρού καιρού, καθώς παρείχε την απαραίτητη νερό για τις καλλιέργειές τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store