Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to downgrade
01
υποβαθμίζω, χαμηλώνω την ποιότητα
to lower the rank, status, or quality of something
Transitive: to downgrade sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
downgrade
γ΄ ενικό πρόσωπο
downgrades
ενεστώτα μετοχή
downgrading
απλός αόριστος
downgraded
παθητική μετοχή
downgraded
Παραδείγματα
Continuous neglect can downgrade the overall condition of a building.
Η συνεχής αμέλεια μπορεί να υποβαθμίσει τη γενική κατάσταση ενός κτιρίου.
Downgrade
01
υποβάθμιση, κατηφόρα
the property possessed by a slope or surface that descends
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
downgrades
Λεξικό Δέντρο
downgrade
down
grade



























