downgrade
down
ˈdaʊn
νταουν
grade
greɪd
γκρειντ
/dˈa‍ʊŋɡɹe‍ɪd/

Ορισμός και σημασία του "downgrade"στα αγγλικά

to downgrade
01

υποβαθμίζω, χαμηλώνω την ποιότητα

to lower the rank, status, or quality of something
Transitive: to downgrade sth
to downgrade definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
downgrade
γ΄ ενικό πρόσωπο
downgrades
ενεστώτα μετοχή
downgrading
απλός αόριστος
downgraded
παθητική μετοχή
downgraded
Παραδείγματα
Environmental degradation can downgrade the health of an ecosystem.
Η περιβαλλοντική υποβάθμιση μπορεί να υποβαθμίσει την υγεία ενός οικοσυστήματος.
01

υποβάθμιση, κατηφόρα

the property possessed by a slope or surface that descends
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
downgrades
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store