dowdy
dow
ˈdaʊ
daw
dy
di
di
downydowry

Ορισμός και σημασία του "dowdy"στα αγγλικά

01

ρουστίκ μηλόπιτα, απλή μηλόπιτα

a baked dessert consisting of apples in a deep dish, covered with a rich crust 
dowdy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dowdies
Παραδείγματα
She served a warm dowdy with cinnamon ice cream for dessert. 

Σέρβιρε ένα ζεστό dowdy με παγωτό κανέλα για επιδόρπιο.

01

ξεπερασμένος, ασχήμος

(of a person or their clothing) lacking style, elegance, or fashionable appeal 
dowdy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
dowdiest
συγκριτικός βαθμός
dowdier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt self-conscious in her dowdy outfit at the party. 

Αισθανόταν άβολα στο ξεπερασμένο ντύσιμό της στο πάρτι.

02

ξεπερασμένο, χωρίς στυλ

(of a place or setting) lacking taste, style, or visual appeal 
Παραδείγματα
The restaurant looked dowdy after years without renovation. 

Το εστιατόριο φαινόταν ξεπερασμένο μετά από χρόνια χωρίς ανακαίνιση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store