documented
do
ˈdɒ
do
cu
kjʊ
kyoo
men
mɛn
men
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "documented"στα αγγλικά

documented
01

τεκμηριωμένος, καταγεγραμμένος

recorded or put in writing in order to be referenced or referred to at a later time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most documented
συγκριτικός βαθμός
more documented
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The documented procedures ensured consistency in the workflow. 

Οι τεκμηριωμένες διαδικασίες εξασφάλισαν τη συνοχή στη ροή εργασίας.

02

τεκμηριωμένος, καταχωρισμένος

pose a series of questions to 
03

τεκμηριωμένος, επιβεβαιωμένος

established as genuine 

Λεξικό Δέντρο

undocumented
documented
document
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store