Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Document
01
έγγραφο, αρχείο
a computer file, book, piece of paper etc. that is used as evidence or a source of information
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
documents
Παραδείγματα
The historian discovered an ancient document that shed light on a lost civilization.
Ο ιστορικός ανακάλυψε ένα αρχαίο έγγραφο που έριξε φως σε μια χαμένη πολιτισμό.
02
έγγραφο, αρχείο
a piece of written work that has a name and is stored on a computer
Παραδείγματα
I need to create a new document for my school project.
Πρέπει να δημιουργήσω ένα νέο έγγραφο για το σχολικό μου project.
03
έγγραφο, πράξη
a written record that establishes ownership, rights, or obligations
Παραδείγματα
The deed is a document proving property ownership.
Το έγγραφο είναι ένα συμβόλαιο που αποδεικνύει την ιδιοκτησία της περιουσίας.
04
έγγραφο, γραπτό έγγραφο
any item that represents a person's thoughts or ideas through symbols or marks
Παραδείγματα
Cave paintings are some of humanity's earliest documents.
Οι σπηλαιογραφίες είναι μερικά από τα παλαιότερα έγγραφα της ανθρωπότητας.
to document
01
τεκμηριώνω, αποδεικνύω
to support an argument, claim, etc. by providing facts and evidence
Transitive: to document an argument or claim
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
document
γ΄ ενικό πρόσωπο
documents
ενεστώτα μετοχή
documenting
απλός αόριστος
documented
παθητική μετοχή
documented
Παραδείγματα
The lawyer documented her arguments with relevant case law and statutes.
Ο δικηγόρος τεκμηρίωσε τα επιχειρήματά της με σχετική νομολογία και νόμους.
02
τεκμηριώνω, καταγράφω
to record information in a detailed manner
Transitive: to document information
Παραδείγματα
The historian meticulously documented the events of the war for future generations.
Ο ιστορικός κατέγραψε μεθοδικά τα γεγονότα του πολέμου για τις μελλοντικές γενιές.
Λεξικό Δέντρο
documental
document



























