doctrine
doct
ˈdɒkt
dokt
rine
rɪn
rin

Ορισμός και σημασία του "doctrine"στα αγγλικά

01

δόγμα, διδασκαλία

a system of beliefs, principles, or teachings that are formally taught, advocated, or followed 
doctrine definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
doctrines
Παραδείγματα
The doctrine of separation of powers, which divides the functions of government into three branches: legislative, executive, and judicial. 

Η δόγμα του διαχωρισμού των εξουσιών, η οποία χωρίζει τις λειτουργίες της κυβέρνησης σε τρεις κλάδους: νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

doctrinal
doctrine
doctor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store