Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Doctrine
01
δόγμα, διδασκαλία
a system of beliefs, principles, or teachings that are formally taught, advocated, or followed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
doctrines
Παραδείγματα
The doctrine of separation of powers, which divides the functions of government into three branches: legislative, executive, and judicial.
Η δόγμα του διαχωρισμού των εξουσιών, η οποία χωρίζει τις λειτουργίες της κυβέρνησης σε τρεις κλάδους: νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
doctrinal
doctrine
doctor



























