doctoral
doc
ˈdɒk
dok
to
ral
rəl
rēl
doctorial

Ορισμός και σημασία του "doctoral"στα αγγλικά

01

διδακτορικός, σχετικός με το διδακτορικό

relating to or characteristic of the highest academic degree awarded by a university or institution 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
education, academia, qualification
Παραδείγματα
The doctoral program in psychology requires students to conduct original research and defend a dissertation. 

Το διδακτορικό πρόγραμμα στην ψυχολογία απαιτεί από τους φοιτητές να διεξάγουν πρωτότυπη έρευνα και να υπερασπιστούν μια διατριβή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

postdoctoral
doctoral
doctor
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store