doctorate
doc
ˈdɒk
ντοκ
to
τα
rate
rɪt
ριτ

Ορισμός και σημασία του "doctorate"στα αγγλικά

01

διδακτορικό, πτυχίο διδάκτορα

the highest degree given by a university 
doctorate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
doctorates
Παραδείγματα
She earned her doctorate in physics from Harvard University. 

Απέκτησε το διδακτορικό της στη φυσική από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

postdoctorate
doctorate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store