DM
Pronunciation
/diː ɛm/

Ορισμός και σημασία του "DM"στα αγγλικά

01

προσωπικό μήνυμα, ΠΜ

a message sent on a social media platform that is available only to the recipient
DM definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
DMs
01

στείλετε ένα ιδιωτικό μήνυμα, DM

to send someone a private message on the social media
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
DM
γ΄ ενικό πρόσωπο
DMs
ενεστώτα μετοχή
DMing
απλός αόριστος
DM'd
παθητική μετοχή
DM'd
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store