divisive
Pronunciation
/dɪˈvaɪsɪv/

Ορισμός και σημασία του "divisive"στα αγγλικά

01

διαιρετικός, πολωτικός

causing disagreement or hostility by creating strong differences of opinion among people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most divisive
συγκριτικός βαθμός
more divisive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The divisive nature of the debate made it challenging to find common ground.
Η διαιρετική φύση της συζήτησης έκανε δύσκολη την εύρεση κοινών θέσεων.

Λεξικό Δέντρο

divisively
divisiveness
divisive
divide
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store