Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
divisive
01
διαιρετικός, πολωτικός
causing disagreement or hostility by creating strong differences of opinion among people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most divisive
συγκριτικός βαθμός
more divisive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The issue of immigration was highly divisive, splitting the nation into opposing camps.
Το ζήτημα της μετανάστευσης ήταν πολύ διαιρετικό, χωρίζοντας το έθνος σε αντίθετα στρατόπεδα.
Λεξικό Δέντρο
divisively
divisiveness
divisive
divide



























