Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
divisive
01
διαιρετικός, πολωτικός
causing disagreement or hostility by creating strong differences of opinion among people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most divisive
συγκριτικός βαθμός
more divisive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The divisive nature of the debate made it challenging to find common ground.
Η διαιρετική φύση της συζήτησης έκανε δύσκολη την εύρεση κοινών θέσεων.
Λεξικό Δέντρο
divisively
divisiveness
divisive
divide



























