Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
divinely
01
θεϊκά, υπέροχα
in an exceptionally pleasing or delightful way
Παραδείγματα
The aroma of freshly baked bread filled the kitchen, smelling divinely inviting.
Το άρωμα του φρεσκοψημένου ψωμιού γέμισε την κουζίνα, μυρίζοντας θεϊκά δελεαστικά.
Λεξικό Δέντρο
divinely
divine



























