diverted
Pronunciation
/daɪˈvɝtɪd/, /dɪˈvɝtɪd/

Ορισμός και σημασία του "diverted"στα αγγλικά

01

ψυχαγωγημένος, διασκεδασμένος

(of a person) entertained or amused
diverted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diverted
συγκριτικός βαθμός
more diverted
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

diverted
divert
diverse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store