Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diverted
01
ψυχαγωγημένος, διασκεδασμένος
(of a person) entertained or amused
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diverted
συγκριτικός βαθμός
more diverted
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
diverted
divert
diverse



























