diversity
di
daɪ
dai
ver
ˈvɜ:
si
ty
ti
ti
perversity

Ορισμός και σημασία του "diversity"στα αγγλικά

01

πολυμορφία

the practice of involving many people from different cultures, social backgrounds, sexual orientations, etc. 
diversity definition and meaning
Παραδείγματα
The nonprofit organization promotes diversity by engaging volunteers from diverse backgrounds and experiences. 

Ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός προωθεί την πολυμορφία με τη συμμετοχή εθελοντών από διαφορετικά υπόβαθρα και εμπειρίες.

02

ποικιλομορφία

the presence of a variety of distinct characteristics within a group 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The museum's art collection showcased the diversity of human creativity, featuring works from numerous cultures and time periods. 

Η συλλογή τέχνης του μουσείου επισήμανε την ποικιλία της ανθρώπινης δημιουργικότητας, παρουσιάζοντας έργα από πολλούς πολιτισμούς και χρονικές περιόδους.

03

ποικιλομορφία, διαφοροποίηση

a state of constant evolution and transformation 
Παραδείγματα
The fashion industry's diversity is evident in the ever-changing styles and trends. 

Η ποικιλομορφία της βιομηχανίας μόδας είναι εμφανής στις συνεχώς μεταβαλλόμενες τάσεις και στυλ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store