abbot
a
ˈæ
ā
bbot
bət
bēt
inhabit

Ορισμός και σημασία του "abbot"στα αγγλικά

01

ηγούμενος, αρχιμανδρίτης

the male spiritual leader and administrator of an abbey, monastery, or group of monasteries 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
abbots
Παραδείγματα
Let us gather in the chapel to listen to the abbot's sermon, as his words always bring clarity and inspiration. 

Ας συγκεντρωθούμε στο παρεκκλήσι για να ακούσουμε το κήρυγμα του ηγουμένου, καθώς τα λόγια του φέρνουν πάντα σαφήνεια και έμπνευση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store