disused
dis
dɪs
ντισ
used
ˈju:zd
γουζντ

Ορισμός και σημασία του "disused"στα αγγλικά

01

αχρησιμοποίητος, εγκαταλελειμμένος

previously in use but is now abandoned, neglected, or no longer in operation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disused
συγκριτικός βαθμός
more disused
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
infrastructure, state, objects

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

disused
used
use
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store