disuse
dis
dɪs
ντισ
use
ˈjus
γουσ
/dɪsjˈuːs/

Ορισμός και σημασία του "disuse"στα αγγλικά

01

αχρηστία, παράλειψη

the state of something that has been unused and neglected
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store