Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to distrust
01
δυσπιστώ, δεν εμπιστεύομαι
to have no trust in someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
distrust
γ΄ ενικό πρόσωπο
distrusts
ενεστώτα μετοχή
distrusting
απλός αόριστος
distrusted
παθητική μετοχή
distrusted
Παραδείγματα
She began to distrust his promises after he failed to keep them multiple times.
Άρχισε να δυσπιστεί στις υποσχέσεις του αφού απέτυχε να τις τηρήσει πολλές φορές.
Distrust
01
δυσπιστία, καχυποψία
a lack of belief or confidence in the truth or honesty of something or someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His distrust of the information led him to seek other sources.
Η δυσπιστία του για τις πληροφορίες τον οδήγησε να αναζητήσει άλλες πηγές.
02
δυσπιστία, καχυποψία
the trait of not trusting others
Λεξικό Δέντρο
distrust
trust



























