Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to distrust
01
δυσπιστώ, δεν εμπιστεύομαι
to have no trust in someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
distrust
γ΄ ενικό πρόσωπο
distrusts
ενεστώτα μετοχή
distrusting
απλός αόριστος
distrusted
παθητική μετοχή
distrusted
Παραδείγματα
He distrusted the news source, suspecting it of spreading biased information.
Δεν εμπιστευόταν την πηγή των ειδήσεων, υποπτευόμενος ότι διαδίδει προκατειλημμένες πληροφορίες.
Distrust
01
δυσπιστία, καχυποψία
a lack of belief or confidence in the truth or honesty of something or someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Distrust in the media grew after several misleading reports.
Η δυσπιστία στα μέσα ενημέρωσης αυξήθηκε μετά από αρκετές παραπλανητικές αναφορές.
02
δυσπιστία, καχυποψία
the trait of not trusting others
Λεξικό Δέντρο
distrust
trust



























