Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Allowance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
allowances
Παραδείγματα
Children receive a weekly allowance to learn the value of money and budgeting.
Τα παιδιά λαμβάνουν μια εβδομαδιαία επίδομα για να μάθουν την αξία του χρήματος και τον προϋπολογισμό.
02
ανοχή, περιθώριο
a permissible deviation or margin within set limits
Παραδείγματα
The engineer made an allowance for thermal expansion.
Ο μηχανικός έκανε μια ανοχή για τη θερμική διαστολή.
03
κατανομή, έκπτωση
an adjustment made based on specific conditions or qualifying circumstances
Παραδείγματα
A weight allowance was applied for the cargo.
Εφαρμόστηκε επίδομα βάρους για το φορτίο.
04
επίδομα, επιδότηση
a sum granted to cover expenses incurred
Παραδείγματα
The employees received a travel allowance.
Οι εργαζόμενοι έλαβαν ένα επίδομα ταξιδιού.
05
άδεια, επιτροπή
the act of permitting or granting something
Παραδείγματα
The teacher made an allowance for late submissions.
Ο δάσκαλος έκανε μια επιείκεια για τις καθυστερημένες υποβολές.
06
αποθεματικό, προμήθεια
a reserve fund set aside to account for depreciation or fluctuations in asset value
Παραδείγματα
The company made an allowance for doubtful debts.
Η εταιρεία δημιούργησε ένα απόθεμα για αμφίβολες οφειλές.
to allowance
01
κατανέμω, παρέχω επίδομα
to give someone a sum of money on a regular basis
παρωχημένο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
allowance
γ΄ ενικό πρόσωπο
allowances
ενεστώτα μετοχή
allowancing
απλός αόριστος
allowanced
παθητική μετοχή
allowanced
Παραδείγματα
The parents allowance their children weekly.
Οι γονείς κατανέμουν ένα χρηματικό ποσό στα παιδιά τους κάθε εβδομάδα.



























