allowance
a
ə
ē
llowance
ˈlaʊəns
lawens
alliance

Ορισμός και σημασία του "allowance"στα αγγλικά

01

χαρτζιλίκι, επίδομα

an amount of something that is permitted 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
allowances
Παραδείγματα
Children receive a weekly allowance to learn the value of money and budgeting. 

Τα παιδιά λαμβάνουν μια εβδομαδιαία επίδομα για να μάθουν την αξία του χρήματος και τον προϋπολογισμό.

02

ανοχή, περιθώριο

a permissible deviation or margin within set limits 
Παραδείγματα
The engineer made an allowance for thermal expansion. 

Ο μηχανικός έκανε μια ανοχή για τη θερμική διαστολή.

03

κατανομή, έκπτωση

an adjustment made based on specific conditions or qualifying circumstances 
Παραδείγματα
A weight allowance was applied for the cargo. 

Εφαρμόστηκε επίδομα βάρους για το φορτίο.

04

επίδομα, επιδότηση

a sum granted to cover expenses incurred 
Παραδείγματα
The employees received a travel allowance. 

Οι εργαζόμενοι έλαβαν ένα επίδομα ταξιδιού.

05

άδεια, επιτροπή

the act of permitting or granting something 
Παραδείγματα
The teacher made an allowance for late submissions. 

Ο δάσκαλος έκανε μια επιείκεια για τις καθυστερημένες υποβολές.

06

αποθεματικό, προμήθεια

a reserve fund set aside to account for depreciation or fluctuations in asset value 
Παραδείγματα
The company made an allowance for doubtful debts. 

Η εταιρεία δημιούργησε ένα απόθεμα για αμφίβολες οφειλές.

to allowance
01

κατανέμω, παρέχω επίδομα

to give someone a sum of money on a regular basis 
παρωχημένο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
allowance
γ΄ ενικό πρόσωπο
allowances
ενεστώτα μετοχή
allowancing
απλός αόριστος
allowanced
παθητική μετοχή
allowanced
Παραδείγματα
The parents allowance their children weekly. 

Οι γονείς κατανέμουν ένα χρηματικό ποσό στα παιδιά τους κάθε εβδομάδα.

Λεξικό Δέντρο

allowance
allow
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store