Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to allow in
01
επιτρέπω την είσοδο, εξουσιοδοτώ την πρόσβαση
to permit entry or admission to a particular place, group, or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
allow
ενεστώτας
allow in
γ΄ ενικό πρόσωπο
allows in
ενεστώτα μετοχή
allowing in
απλός αόριστος
allowed in
παθητική μετοχή
allowed in
Παραδείγματα
The bouncer allowed in only those with valid identification to enter the nightclub.
Ο μπράβος επέτρεψε να μπουν μόνο εκείνοι με έγκυρη ταυτότητα για να εισέλθουν στο νυχτερινό κλαμπ.



























