Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to allow in
[phrase form: allow]
01
επιτρέπω την είσοδο, εξουσιοδοτώ την πρόσβαση
to permit entry or admission to a particular place, group, or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
allow
ενεστώτας
allow in
γ΄ ενικό πρόσωπο
allows in
ενεστώτα μετοχή
allowing in
απλός αόριστος
allowed in
παθητική μετοχή
allowed in
Παραδείγματα
In the school cafeteria, only water bottles are allowed in.
Στην καφετέρια του σχολείου, επιτρέπονται μόνο μπουκάλια νερού.



























