to allow in
a
ə
ē
llow
ˈlaʊ
law
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "allow in"στα αγγλικά

to allow in
01

επιτρέπω την είσοδο, εξουσιοδοτώ την πρόσβαση

to permit entry or admission to a particular place, group, or situation 
to allow in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
allow
ενεστώτας
allow in
γ΄ ενικό πρόσωπο
allows in
ενεστώτα μετοχή
allowing in
απλός αόριστος
allowed in
παθητική μετοχή
allowed in
Παραδείγματα
The bouncer allowed in only those with valid identification to enter the nightclub. 

Ο μπράβος επέτρεψε να μπουν μόνο εκείνοι με έγκυρη ταυτότητα για να εισέλθουν στο νυχτερινό κλαμπ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store