abbess
a
ˈæ
ā
bbess
bɪs
bis
abyss

Ορισμός και σημασία του "abbess"στα αγγλικά

01

ηγουμένη, αρχιμονή

the female head of an abbey, convent, or other religious houses of nuns 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
abbesses
αρσενικό ενικό
abbot
θηλυκό ενικό
abbess
neutral form
monastic superior
Παραδείγματα
We elected Sister Margaret as our new abbess, recognizing her leadership qualities and dedication to the community. 

Επιλέξαμε την αδελφή Μαργαρίτα ως νέα μας ηγουμένη, αναγνωρίζοντας τις ηγετικές της ικανότητες και την αφοσίωσή της στην κοινότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store