Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
distorted
01
παραμορφωμένος, διαστρεβλωμένος
changed from its original shape or form, often in a way that makes it appear twisted, misshapen, or unclear
Παραδείγματα
The heat caused the plastic ruler to become distorted, bending out of shape.
Η θερμοκρασία προκάλεσε παραμόρφωση του πλαστικού χάρακα, λυγίζοντας τον εκτός σχήματος.
02
παραμορφωμένος, αλλοιωμένος
having an intended meaning altered or misrepresented
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most distorted
συγκριτικός βαθμός
more distorted
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
undistorted
distorted
distort



























