Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
distinguishable
01
διακριτός, αναγνωρίσιμος
able to be recognized as different or distinct from something else
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most distinguishable
συγκριτικός βαθμός
more distinguishable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
There ’s a distinguishable difference in quality between the two products.
Υπάρχει μια διακριτή διαφορά στην ποιότητα μεταξύ των δύο προϊόντων.
02
διακριτός, διαφορετικός
(often followed by `from') not alike; different in nature or quality
Λεξικό Δέντρο
indistinguishable
undistinguishable
distinguishable
distinguish



























