Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to distend
01
διαστέλλομαι, φουσκώνω
to expand, swell, or stretch beyond the normal or usual size
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
distend
γ΄ ενικό πρόσωπο
distends
ενεστώτα μετοχή
distending
απλός αόριστος
distended
παθητική μετοχή
distended
Παραδείγματα
After a large meal, his stomach began to distend, causing discomfort.
Μετά από ένα μεγάλο γεύμα, το στομάχι του άρχισε να διευρύνεται, προκαλώντας δυσφορία.
02
φουσκώνω, διαστέλλω
to cause something to swell due to internal pressure
Παραδείγματα
The pressure of the water distended the balloon until it nearly burst.
Η πίεση του νερού διεύρυνε το μπαλόνι μέχρι να σχεδόν σκάσει.
Λεξικό Δέντρο
distend
tend



























