Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to distend
01
διαστέλλομαι, φουσκώνω
to expand, swell, or stretch beyond the normal or usual size
Παραδείγματα
The tire started to distend as it absorbed more air from the pump.
Το ελαστικό άρχισε να διευρύνεται καθώς απορροφούσε περισσότερο αέρα από την αντλία.
02
φουσκώνω, διαστέλλω
to cause something to swell due to internal pressure
Παραδείγματα
The illness had distended her abdomen, causing significant discomfort.
Η ασθένεια είχε διαστείλει την κοιλιά της, προκαλώντας σημαντική δυσφορία.
Λεξικό Δέντρο
distend
tend



























