dissidence
di
ˈdɪ
di
ssi
si
dence
dəns
dēns
dissilience

Ορισμός και σημασία του "dissidence"στα αγγλικά

01

διαφωνία, αντίθεση

the action or process of disagreeing or disobeying established authority or doctrine 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The dictator responded to growing public dissidence with increasingly repressive security crackdowns and censorship. 

Ο δικτάτορας απάντησε στην αυξανόμενη δημόσια διαφωνία με ολοένα και πιο κατασταλτικές επιχειρήσεις ασφαλείας και λογοκρισία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store