Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dissidence
01
διαφωνία, αντίθεση
the action or process of disagreeing or disobeying established authority or doctrine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The dictator responded to growing public dissidence with increasingly repressive security crackdowns and censorship.
Ο δικτάτορας απάντησε στην αυξανόμενη δημόσια διαφωνία με ολοένα και πιο κατασταλτικές επιχειρήσεις ασφαλείας και λογοκρισία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dissidence
dissid



























