Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dissidence
01
διαφωνία, αντίθεση
the action or process of disagreeing or disobeying established authority or doctrine
Παραδείγματα
Her writings expressing dissidence against institutionalized racism and sexism challenged mainstream views of the era.
Τα γραπτά της που εκφράζουν διαφωνία ενάντια στον θεσμικό ρατσισμό και σεξισμό αμφισβήτησαν τις κυρίαρχες απόψεις της εποχής.
Λεξικό Δέντρο
dissidence
dissid



























