Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dissemination
01
διάδοση, διασπορά
the action of spreading information or news
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Effective dissemination of educational materials can empower individuals and communities to make positive changes.
Η αποτελεσματική διάδοση εκπαιδευτικών υλικών μπορεί να ενδυναμώσει άτομα και κοινότητες να κάνουν θετικές αλλαγές.
02
διάδοση, διασπορά
the act of spreading or distributing something widely
Παραδείγματα
The dissemination of leaflets informed residents about the event.
Η διάδοση των φυλλαδίων ενημέρωσε τους κατοίκους για την εκδήλωση.
03
διάδοση, διασπορά
the quality or state of being widely spread or dispersed
Παραδείγματα
The dissemination of heat throughout the room was gradual.
Η διάχυση της θερμότητας σε όλο το δωμάτιο ήταν σταδιακή.
Λεξικό Δέντρο
dissemination
disseminate
dissemin



























