Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dissatisfy
01
δυσαρεστώ, απογοητεύω
to fail to make someone pleased
Παραδείγματα
The product ’s performance may dissatisfy those expecting better results.
Η απόδοση του προϊόντος μπορεί να απογοητεύσει όσους αναμένουν καλύτερα αποτελέσματα.
Λεξικό Δέντρο
dissatisfy
satisfy



























