Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dissatisfy
01
δυσαρεστώ, απογοητεύω
to fail to make someone pleased
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dissatisfy
γ΄ ενικό πρόσωπο
dissatisfies
ενεστώτα μετοχή
dissatisfying
απλός αόριστος
dissatisfied
παθητική μετοχή
dissatisfied
Παραδείγματα
The manager’s failure to address the issue began to dissatisfy the employees.
Η αποτυχία του διευθυντή να αντιμετωπίσει το πρόβλημα άρχισε να δυσαρεστεί τους υπαλλήλους.
Λεξικό Δέντρο
dissatisfy
satisfy



























