displeasing
dis
dɪs
dis
plea
ˈpli:
pli
sing
zɪng
zing

Ορισμός και σημασία του "displeasing"στα αγγλικά

displeasing
01

δυσάρεστος, απογοητευτικός

causing dissatisfaction or a lack of enjoyment 
displeasing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most displeasing
συγκριτικός βαθμός
more displeasing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dull colors of the painting were visually displeasing. 

Τα θαμπά χρώματα της ζωγραφικής ήταν οπτικά δυσάρεστα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store