Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
displeasing
01
δυσάρεστος, απογοητευτικός
causing dissatisfaction or a lack of enjoyment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most displeasing
συγκριτικός βαθμός
more displeasing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The smell from the kitchen was strongly displeasing.
Η μυρωδιά από την κουζίνα ήταν πολύ δυσάρεστη.
Λεξικό Δέντρο
displeasing
pleasing
please



























