displeasing
Pronunciation
/dɪsplˈiːzɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "displeasing"στα αγγλικά

displeasing
01

δυσάρεστος, απογοητευτικός

causing dissatisfaction or a lack of enjoyment
displeasing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most displeasing
συγκριτικός βαθμός
more displeasing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The smell from the kitchen was strongly displeasing.
Η μυρωδιά από την κουζίνα ήταν πολύ δυσάρεστη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store