to dispense with
dis
ˈdɪs
dis
pense
pɛns
pens
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "dispense with"στα αγγλικά

to dispense with
01

παρατώ, σταματώ τη χρήση

to give up or stop using something that is not necessary 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
dispense
ενεστώτας
dispense with
γ΄ ενικό πρόσωπο
dispenses with
ενεστώτα μετοχή
dispensing with
απλός αόριστος
dispensed with
παθητική μετοχή
dispensed with
Παραδείγματα
She decided to dispense with her old phone once she got a new model. 

Αποφάσισε να παρατήσει το παλιό της τηλέφωνο μόλις πήρε ένα νέο μοντέλο.

02

παραλείπω, αποποιούμαι

forgo or do or go without 
03

απαλλάσσομαι από, εγκαταλείπω

do without or cease to hold or adhere to 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store