Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dispense with
01
παρατώ, σταματώ τη χρήση
to give up or stop using something that is not necessary
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
dispense
ενεστώτας
dispense with
γ΄ ενικό πρόσωπο
dispenses with
ενεστώτα μετοχή
dispensing with
απλός αόριστος
dispensed with
παθητική μετοχή
dispensed with
Παραδείγματα
She decided to dispense with her old phone once she got a new model.
Αποφάσισε να παρατήσει το παλιό της τηλέφωνο μόλις πήρε ένα νέο μοντέλο.
02
παραλείπω, αποποιούμαι
forgo or do or go without
03
απαλλάσσομαι από, εγκαταλείπω
do without or cease to hold or adhere to
LanGeek



























