Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dispense with
01
παρατώ, σταματώ τη χρήση
to give up or stop using something that is not necessary
Παραδείγματα
The teacher decided to dispense with the traditional textbooks and use digital resources instead.
Ο δάσκαλος αποφάσισε να παραιτηθεί από τα παραδοσιακά εγχειρίδια και να χρησιμοποιήσει ψηφιακούς πόρους αντ' αυτών.
02
παραλείπω, αποποιούμαι
forgo or do or go without
03
απαλλάσσομαι από, εγκαταλείπω
do without or cease to hold or adhere to



























