Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disjunctive
01
διαχωριστικός, ασύνδετος
having no connection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disjunctive
συγκριτικός βαθμός
more disjunctive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The plot of the novel was disjunctive, jumping from one unrelated event to another.
Η πλοκή του μυθιστορήματος ήταν ασύνδετη, πηδώντας από το ένα άσχετο γεγονός στο άλλο.
Λεξικό Δέντρο
disjunctive
disjunct



























