Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disjunctive
01
διαχωριστικός, ασύνδετος
having no connection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disjunctive
συγκριτικός βαθμός
more disjunctive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
logic, structure, connection
Παραδείγματα
The movie had a disjunctive structure, with scenes that didn’t seem to fit together in any coherent way.
Η ταινία είχε μια ασύνδετη δομή, με σκηνές που δεν φαίνονταν να ταιριάζουν με συνεκτικό τρόπο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
disjunctive
disjunct



























