disjunctive
dis
dɪs
dis
junc
ˈʤʌnk
jank
tive
tɪv
tiv
distinctive

Ορισμός και σημασία του "disjunctive"στα αγγλικά

disjunctive
01

διαχωριστικός, ασύνδετος

having no connection 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disjunctive
συγκριτικός βαθμός
more disjunctive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
logic, structure, connection
Παραδείγματα
The movie had a disjunctive structure, with scenes that didn’t seem to fit together in any coherent way. 

Η ταινία είχε μια ασύνδετη δομή, με σκηνές που δεν φαίνονταν να ταιριάζουν με συνεκτικό τρόπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

disjunctive
disjunct
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store