Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disinclined
01
απρόθυμος, διστακτικός
unwilling because of mild dislike or disapproval
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disinclined
συγκριτικός βαθμός
more disinclined
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
disinclined
inclined
incline



























