Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dishonesty
01
ανεντιμότητα
the act of not telling the truth or deliberately misleading someone in order to gain an advantage or avoid punishment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dishonesties
Παραδείγματα
His dishonesty was revealed when he was caught lying about his qualifications.
Η ανεντιμότητά του αποκαλύφθηκε όταν πιάστηκε να λέει ψέματα για τα προσόντα του.
02
ανεντιμότητα, απάτη
the quality of being dishonest
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dishonesty
honesty
honest



























