Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disheartening
01
αποθαρρυντικός, αποκαρδιωτικός
causing someone to lose hope or courage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disheartening
συγκριτικός βαθμός
more disheartening
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, experience, evaluation
Παραδείγματα
The team found the loss disheartening after months of hard work.
Η ομάδα βρήκε την απώλεια αποθαρρυντική μετά από μήνες σκληρής δουλειάς.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
disheartening
dishearten
hearten



























