disheartening
dis
dɪs
ντισ
hear
ˈhɑ:
χα
tening
tnɪng
τνινγκ

Ορισμός και σημασία του "disheartening"στα αγγλικά

disheartening
01

αποθαρρυντικός, αποκαρδιωτικός

causing someone to lose hope or courage 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disheartening
συγκριτικός βαθμός
more disheartening
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, experience, evaluation
Παραδείγματα
The team found the loss disheartening after months of hard work. 

Η ομάδα βρήκε την απώλεια αποθαρρυντική μετά από μήνες σκληρής δουλειάς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

disheartening
dishearten
hearten
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store