Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discordant
01
διαστρεβλωμένος, αντιφατικός
having conflicting or opposing elements that create disagreement or tension
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discordant
συγκριτικός βαθμός
more discordant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, relationships, conflict
Παραδείγματα
The discordant opinions among the team members led to a breakdown in communication and collaboration.
Οι διαστρεβλωμένες απόψεις μεταξύ των μελών της ομάδας οδήγησαν σε κατάρρευση της επικοινωνίας και της συνεργασίας.
02
δυσαρμοστικός, παράφωνος
(of sounds) having a harsh or jarring quality due to a lack of harmony
Παραδείγματα
The discordant sounds of the orchestra grated on the ears of the audience.
Οι παράφωνες ήχοι της ορχήστρας τσούζαν τα αυτιά του κοινού.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
discordantly
discordant
discord
cord



























