Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disconsolate
01
απαρηγόρητος, πολύ θλιμμένος
so sad that makes comforting very difficult
Παραδείγματα
Even with her family around her, she remained disconsolate, unable to shake off the sadness.
Ακόμα και με την οικογένειά της γύρω της, παρέμεινε απαρηγόρητη, ανίκανη να ξεφορτωθεί τη θλίψη.
02
απαρηγόρητος, μελαγχολικός
cheerless and causing depression
Παραδείγματα
The disconsolate mood at the party made it clear that no one was in the mood for celebration.
Η θλιμμένη διάθεση στο πάρτι έκανε σαφές ότι κανείς δεν ήταν σε διάθεση για γιορτή.
Λεξικό Δέντρο
disconsolately
disconsolateness
disconsolate



























