Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disconsolate
01
απαρηγόρητος, πολύ θλιμμένος
so sad that makes comforting very difficult
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disconsolate
συγκριτικός βαθμός
more disconsolate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After hearing the news of her best friend’s departure, she felt disconsolate and unable to speak.
Αφού άκουσε την είδηση της αναχώρησης της καλύτερης φίλης της, αισθάνθηκε απαρηγόρητη και ανίκανη να μιλήσει.
02
απαρηγόρητος, μελαγχολικός
cheerless and causing depression
Παραδείγματα
The disconsolate weather matched his mood, making everything seem bleak and uninspiring.
Ο θλιμμένος καιρός ταίριαζε με τη διάθεσή του, κάνοντας τα πάντα να φαίνονται ζοφερά και μη εμπνευσμένα.
Λεξικό Δέντρο
disconsolately
disconsolateness
disconsolate



























