disclosure
Pronunciation
/dɪˈskɫoʊʒɝ/

Ορισμός και σημασία του "disclosure"στα αγγλικά

01

αποκάλυψη, γνωστοποίηση

the speech act of making something evident
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

disclosure
closure
close
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store